COUNTRY 24 · BELGIUM · 2018 | Βέλγιο: Μια στάση στον δρόμο
Δημοσίευση Σεπ 23, 2018Η ζωή μου στις Βρυξέλλες, Βέλγιο, από τη δουλειά στους Médecins Sans Frontières (MSF) και την καθημερινότητα στην πόλη μέχρι τις φιλίες, τις αλλαγές και την απρόβλεπτη αναχώρηση λόγω Covid-19.
Βέλγιο - Μια στάση που έγινε κεφάλαιο
Το καλοκαίρι του 2018 είχα μόλις επιστρέψει από τη Νιγηρία και σκεφτόμουν ποιο θα μπορούσε να είναι το επόμενο βήμα μου. Κοιτούσα για δουλειά στην Ευρώπη και το Βέλγιο φαινόταν μια επιλογή λίγο πιο κοντά από τις άλλες.
Άρχισα να κοιτάζω θέσεις χωρίς να το έχω βάλει και τόσο σοβαρά στο μυαλό μου. Κάποια στιγμή είδα μια ανοιχτή θέση σε ένα από τα Operational centres των Médecins Sans Frontières (MSF). Έκανα την αίτηση και λίγες μέρες μετά έδινα τη συνέντευξη από ένα καφέ στη Μήλο.
#funfact: Κάποια στιγμή, ενώ απαντούσα σε μια από τις ερωτήσεις του τύπου «τι προκλήσεις θεωρείς ότι θα έχει μια θέση που θα πρέπει να συνεργάζεται με όλες τις αποστολές των MSF και πώς θα τις αντιμετώπιζες;», ακούστηκε η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού. Όταν με ρώτησαν τι ήταν αυτό, προσπαθούσα να τους εξηγήσω την αλλαγή της ώρας και την καμπάνα που χτυπούσε κάθε ώρα. Άντε να εξηγήσεις τώρα εσύ τη Μήλο μέσα σε μια συνέντευξη για τις Βρυξέλλες.
Λίγες εβδομάδες μετά βρέθηκα στο Βέλγιο.
Τα γραφεία των MSF ήταν σε κεντρικό σημείο και είχαν μέσα καντίνα με φαγητό και καφέ, διαφορετικούς χώρους για δουλειά, ένα πιάνο και φωτογραφίες στους τοίχους. Εντάξει, να είμαι ειλικρινής, η ιδέα ότι είχα πλέον μια θέση στα κεντρικά των MSF, σε ένα από τα πιο όμορφα γραφεία στα οποία είχα δουλέψει, με έκανε να νιώθω ότι ήμουν σε έναν σωστό δρόμο.
Από την αρχή, όμως, φάνηκε ποια θα ήταν η «οικογένειά» μου εκεί. Οι άνθρωποι που όταν είσαι στα κάτω σου σε στηρίζουν και όταν είσαι στα πάνω σου χαίρονται μαζί σου.
Ο Luis από την Ισπανία, η Laurelie, μισή Βελγίδα και μισή Ιταλίδα, η Sarah και ο Mohammad από την Αίγυπτο. Μια φιλία που ξεκίνησε με το "Γεια σου, είμαι η Sarah και αυτός είναι ο Luis" και συνεχίζει μέχρι και σήμερα. O Patrick, ήταν ο νέος μου προϊστάμενος. Ένας άνθρωπος με χρόνια εμπειρίας στον corporate χώρο και, ταυτόχρονα, μεγάλη ενσυναίσθηση για την ομάδα του.
Ήταν ο πρώτος manager που μου είπε: «Δεν με νοιάζει τι ώρα έρχεσαι και τι ώρα φεύγεις. Με νοιάζει να γίνονται αυτά που μου λες ότι μπορούν να γίνουν, στον χρόνο τους. Και όταν χρειάζεσαι υποστήριξη, χτυπάς την πόρτα μου.»
Απόλυτη εμπιστοσύνη, συνεργασία και confidence building. Κάτι που κράτησα μαζί μου και πολύ μετά το Βέλγιο.
Η ζωή στις Βρυξέλλες
Από την πρώτη μέρα που έφτασα, αφού άφησα τα πράγματά μου, πήρα σβάρνα τα δημόσια σχολεία για να ξεκινήσω να μαθαίνω γαλλικά. Δύο χρόνια προσπαθούσα. Μπορεί να μην κατάφερα και πολλά και τα γαλλικά μου σήμερα να θυμίζουν περισσότερο «Λόλα, να ένα μήλο», αλλά ήταν μια εξαιρετική βοήθεια για να μπορώ τουλάχιστον να συνεννοούμαι στα βασικά όσο έμεινα εκεί.
Οι Βρυξέλλες, για μένα που είχα συνηθίσει τον ήλιο της Ελλάδας, της Μιανμάρ και της Νιγηρίας, μου έπεσαν βαριές. Δεν θα ξεχάσω τις στιγμές που έκλαιγα χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί. Κάποια στιγμή μιλούσα με τη Mona, μια Λιβανέζα φίλη που είχε ζήσει πολλά χρόνια στο Βέλγιο.
«Δεν ξέρω, δεν είμαι καλά... αλλά δεν ξέρω γιατί.»
«Μαρώ μου», μου είπε, «είσαι στις Βρυξέλλες. Πήγαινε κορίτσι μου μια Ελλάδα να ισιώσεις.»
Και κάπου εκεί κατάλαβα ότι μάλλον ο καιρός δεν βοηθούσε ιδιαίτερα. Έμπαινα στο μετρό με ήλιο για να πάω να αγοράσω μαγιό, γιατί είχε πια έρθει η άνοιξη, και έβγαινα με χαλάζι. Κάποιος μου είχε πει κάποτε ότι το ωραιότερο πράγμα στο Βέλγιο είναι το τρένο για το Άμστερνταμ. Και, κάπως, είχε τα δίκια του. Πέρα από μικρές εκδρομές και τα μαγαζιά στο κέντρο, από ένα σημείο και μετά δεν ένιωθα ότι υπήρχαν πολλά που με τραβούσαν. Παρόλο που κάθε μέρα μπορούσα να δω μια όμορφη εικόνα, μέσα μου ένιωθα ότι κάτι δεν λειτουργούσε σωστά.
Οι άνθρωποι που άνοιξαν την πόρτα τους
Τους πρώτους μήνες φιλοξενήθηκα στο σπίτι μιας γνωστής. Όταν, λίγους μήνες αργότερα, άρχισα να ψάχνω για δικό μου σπίτι, κατάλαβα ότι μπορούσα να στηρίξω οικονομικά μόνο ένα δωμάτιο και να μείνω με άλλους. Ήταν κάτι αρκετά συνηθισμένο στις Βρυξέλλες, μια πόλη γεμάτη ανθρώπους που έρχονται για λίγα χρόνια για δουλειά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε οργανισμούς και διεθνείς οργανώσεις και μετά φεύγουν.
Μια μέρα στη δουλειά πόσταρα στην εσωτερική πλατφόρμα των MSF ότι ψάχνω για σπίτι. Λίγη ώρα μετά ήρθε ένα μήνυμα:
«Μαρώ, είμαι η Χριστίνα. Είδα ότι ψάχνεις σπίτι. Αν θέλεις, έλα στο δικό μου να μείνεις μέχρι να βρεις.»
Η Χριστίνα ήταν από την Ελλάδα και εργαζόταν επίσης στους MSF. Δεν την ήξερα. Δεν με ήξερε. Κι όμως, μου άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της για να με βοηθήσει.
#reminderformyself: Κάποια στιγμή πρέπει να μετρήσω πόσοι υπέροχοι άνθρωποι μου έχουν ανοίξει την πόρτα τους σε τέτοιες στιγμές. Μόνο ευγνωμοσύνη έχω γι' αυτούς.
Και εκεί γνώρισα και την Μπάμπο. Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Ήταν με τη δεύτερη όμως.
Ένα υπέροχο λευκό σκυλάκι με μια βούλα στο μάτι. Παρόλο που της πήρα τον καναπέ της και δώσαμε μια μικρή μάχη για το ποια θα κερδίσει, τελικά καταλήξαμε να κοιμόμαστε μαζί το βράδυ. Για την πρώτη ώρα. Μετά πήγαινε στη μάνα της. Και μπορώ να σκεφτώ πολλούς λόγους που το έκανε, εκτός από το καλοριφέρ που ήταν δίπλα.
Μια στάση που έγινε κεφάλαιο
Οι Βρυξέλλες ήταν για μένα μια πόλη που ένιωσα οικεία και ξένη μαζί. Οικεία, γιατί μπορείς σχετικά εύκολα να τη μάθεις, να την περπατήσεις και να καταλάβεις τον τρόπο της. Ξένη, όμως, γιατί ήξερα ότι ποτέ δεν θα κολλήσω πραγματικά μαζί της. Δεν θα ταιριάξω απόλυτα. Ήξερα πάντα ότι ήταν μια στάση. Μια στάση στην οποία μεγάλωσα, δυνάμωσα, έμαθα, εκτέθηκα, γνώρισα ανθρώπους και έχτισα.
Και, εκτός από τα άπειρα ψώνια στα Primark, με όλα εκείνα τα περιττά που δεν χρειαζόμουν και αγόραζα προσπαθώντας, μάλλον, να καλύψω κάποιο κενό, μου άφησε και επτά φίλους.
Δεν είναι και λίγο, έτσι δεν είναι;
Και οι επτά ήμασταν περίπου στο ίδιο καράβι. Άλλες φορές όλοι μαζί πάνω και άλλες φορές κάποιοι πάνω και κάποιοι κάτω. Σήμερα το καράβι έχει πάρει διαφορετικούς δρόμους για τον καθένα μας, αλλά τα σήματα που στέλνουμε μεταξύ μας είναι ακόμα εκεί. Και επικοινωνούμε όταν χρειάζεται και όταν μας πρέπει.
Και κάπως έτσι, λίγα χρόνια μετά, κοιτάζω πίσω σε εκείνη την περίοδο και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά είχα φανταστεί την αναχώρησή μου. Τον Μάρτιο του 2020 έφυγα από το Βέλγιο για λίγες μέρες, χωρίς να φαντάζομαι ότι δεν θα επέστρεφα ποτέ. Ο Covid-19 έκανε τη μετάβαση online. Μια μετάβαση που περίμενα να γίνει τύπου με ένα εισιτήριο επιστροφής, βαλίτσες και ένα «τα λέμε σύντομα» έγινε με σπασμένα τηλέφωνα στο δήμο, με τους φίλους να παίρνουν τα πραγματά μου και με την μικρλη Celine, κόρη πια της Sarah και του Mohammad να παίρνει το πατινάκι μου.
Και έτσι, ένα κεφάλαιο που νόμιζα ότι απλώς θα συνεχιζόταν, έκλεισε με έναν τρόπο που δεν είχα σχεδιάσει. Όπως όλα όμως που συμβαίνουν στην ζωή μου, έτσι κι αυτό έγινε για καλό.
Follow me to the next country… Uganda